Παρασκευή

ΓΙΑΖΡΑ ΓΚΡΟΖΝΙ



Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Υποκείμενο


Πέμπτη

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΕΝΟΣ ΕΡΓΑΤΗ

Σκουντουφλάνε στον ίσκιο τους
και βράζουν τους καημούς τους
   σε τσουκάλια.
Είναι άνθρωποι, μια πιθαμή κοντύτεροι απ’ την αλήθεια,
έχουν πρησμένη την κοιλιά και τροχισμένη τη γλώσσα.
Το πρωί κλωτσάνε σα σκυλιά,
το βράδυ σκορπίζουν σα βελόνες˙
στρώνουν χάμω τα πετσιά τους,
στοιβάζουν τις συμφορές τους,
τις μετράνε πόντο πόντο,
ύστερα τις λησμονούνε.
Ένα αλφαβητάρι κρύβουν κάτω απ’ το μαξιλάρι
για να μην τους βρει ο θάνατος.

Στο στήθος μου ψάχνουν για σφαίρες˙
βρίσκουν μία, χτυπάνε τις καμπάνες,
βρίσκουν δύο, λύνονται στα γέλια,
βρίσκουν τρεις, διαπράττουν το τέλειο έγκλημα.
Το σώμα μου ξηλώνουν λες και ψάχνουν για ζεστασιά˙
μ’ αγκαλιάζουν, όχι από αγάπη αλλά από πείνα.
Είναι τόσοι πολλοί! Είναι τόσες πολλές!
Σιωπηλοί ξενυχτάνε τα θεωρητικά τους ερείπια.

Μακάρια η γυναίκα που τα χείλη της έσκασε το κρύο,
γιατί αυτή θα μας πει πώς γεννιέται το φιλί.
Μακάριος ο άντρας που δουλεύει στα ναυπηγεία,
γιατί αυτός θα μας κληροδοτήσει τις θάλασσες,
γιατί αυτός θα μας πει παραμύθια για τις τρικυμίες.
Μακάρια αυτή που δεν κουβαλάει βαλίτσες,
γιατί αυτή θα μας κρατήσει απ’ το χέρι.
Μακάριος αυτός που έπεσε γιατί σκόνταψε σε μια πέτρα,
αυτή που σκουπίζει τα δάκρυά της μέσα στο πλήθος,
αυτός που έκοψε ένα δάχτυλο στη μηχανή,
γιατί αυτές θα μας φέρουν νερό και κρασί.
Μακάριος ο φούρναρης, μακάρια η μαγείρισσα,
γιατί αυτές θα ταΐσουν τα παιδιά μας.
Μακάρια η μοδίστρα, μακάρια η ράφτρα,
γιατί αυτές θα ζεστάνουν τα κορμιά μας.
Μακάρια η κλέφτρα, μακάριος ο ληστής,
γιατί αυτές θα μοιράσουν δίκαια τον χρόνο.
Μακάρια η γυναίκα που κάνει ορθογραφικά λάθη,
γιατί αυτή θα επινοήσει τη νέα γραμματική.
Μακάρια η ποιήτρια που διαβάζει Καίσαρα Βαλιέχο,
γιατί αυτή θα γράψει ανθρωπινά ποιήματα.

Κοίτα με, σκόνταψα ξανά ανάμεσα σε ανθρώπους,
έστυψα τις γροθιές μου στον θάνατο ενός εργάτη.

[Γκρόζνι]

Δευτέρα

ΔΩΣΤΕ ΜΟΥ ΕΝΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟ

Δώστε μου έναν άνθρωπο να με σκεπάσει,
--κρύο αέρα μπάζει η μοναξιά μου.
Όσο κι αν σκάβω στην κοιλιά μου βρίσκω
----------μόνο πέτρες.
(Ίσως θα 'πρεπε να σκάψετε κι εσείς μαζί μου.)
Στο δρόμο για το πρόσωπό μου μαζεύω
----------λίθους με τη φούχτα.
Γι’ αυτό σας λέω, δώστε μου έναν άνθρωπο!
Να ξαπλώσω πάνω του
----------με όλους τους μεσημβρινούς
---------------και τους παράλληλούς μου.
Να ξεκουραστώ,
----------να πιω τον ιδρώτα του,
---------------να κοιμηθώ.
Αφήστε με να χαρώ για λίγο αυτή τη χνουδωτή
-----------ζεστασιά.

Δώστε και σε μένα έναν άνθρωπο!
--Έναν άνθρωπο με αιτία.
Μια καρδιά που δε λειτουργεί με βαλβίδα,
--δυο χείλη που δε λαθεύουνε στο φίλημα.
Κάποιον που να γράφει ανθρωπινά ποιήματα
--ή έστω να δακρύζει όταν ακούει
----------τον Τζον Κολτρέιν
---------------στην αναπνοή του.
Είναι πράγματι τρομερό να χάνεις
----------τρία δάχτυλα
---------------μέσα σε τόσο κόσμο.

Δώστε μου έναν άνθρωπο να με βοηθήσει
--καθώς μπαίνω και βγαίνω απ' τα χέρια μου,
--καθώς μου πέφτουν τα παντελόνια
----------ή πατάω τα κορδόνια της ετερότητάς μου.
Κοιτάξτε πώς κρυώνουν τα βήματά μου
----------καθώς αφήνω πίσω μου την Καλλιδρομίου
---------------με μία πιλάλα.
(Αυτή η έλλειψη ασφάλτου μέσα μου
----------μ’ αφήνει άφωνο
---------------πολλές φορές.)

Δώστε μου έναν άνθρωπο που μέσα του ηχούν
----------τρία ακόρντα.
Έναν άνθρωπο να ταλαντώσει το φύλο μου
----------μες στην παγωνιά του Α7.
-Χρειάζομαι το στήθος του για ν' ακούσω το καρδιοχτύπι μου,
-χρειάζομαι τους ώμους του για να σηκώσω τη ζωή μου
-στα δυο της πόδια.
Δεν υπάρχει κάποιος άνθρωπος και για μένα;
Δώστε μου όποιον θέλετε!
Ακόμα κι αυτόν που κοιμάται όρθιος
----------ρουθουνίζοντας.
Τουλάχιστον εκείνη που υπερασπίζεται τη φωνή μου
----------με τον λάρυγγά της.
Αυτή σίγουρα είναι για μένα!
--Ή δώστε μου έστω την αγκαλιά της, μαζί με ένα
----------εγχειρίδιο χρήσης.

--Τώρα που έγιαναν οι πληγές στις παλάμες μου
----------μπορώ να προσευχηθώ στους ανθρώπους,
ντυμένος με τα ρούχα της Κυριακής.

[Γκρόζνι]

Παρασκευή

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ


Είμαι ένας γαμημένος μουσουλμάνος,
γροθιά, κνήμη, πούτσος.
Δε θα γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου
(δεν έχω πατρίδα).
Είμαι μια υγειονομική απειλή,
ένα μίασμα,
δεν ανήκω σε καμιά πολιτισμένη φυλή.
Τι χαλάει την εικόνα της χώρας σας
τα δόντια ή η γλώσσα μου;
Στο στήθος μου γεμάτα μετανάστες
ξοκέλλουνε τα σαπιοκάραβα,
στην πλάτη μου ξεκινούν εμφύλιοι πόλεμοι,
αντάρτες ξεπηδούν απ’ τα πλευρά μου.
Γιατροί με τη συνοδεία μπάτσων
επικηρύσσουν τη μικροβιολογική μου χλωρίδα,
καταγράφουν την κάθε μου έκκριση˙
την ώρα που εγώ επανεφεύρω τη σύφιλη
αυτοί εγγυώνται την ασφάλεια.
Επιτροπές κατοίκων ετοιμάζουν πογκρόμ,
τα μεροκάματα πέφτουν,
οι εργολάβοι αγοράζουν˙
η σιωπηλή πλειοψηφία αλλάζει κανάλι.
Οι καλοί και νομοταγείς πολίτες
τρώνε το φόβο με το κουτάλι,
διαδηλώνουν υπέρ του κράτους,
απαιτούν το κλείσιμο των συνόρων˙
ο ιμπεριαλισμός των μικροαστών.

Είμαι ένας γαμημένος μουσουλμάνος,
γροθιά, κνήμη, πούτσος.
Σ’ αυτή τη χώρα
βιάζουν τους μετανάστες,
καίνε τις αδερφές˙
ο μπαλτάς της ελληνικής δημοκρατίας
τεμαχίζει, τεμαχίζει, τεμαχίζει.
Κάτω απ’ την κόψη του σπαθιού
την τρομερή
θα ζήσετε
χίλια χρόνια
καθαροί.

[Γκρόζνι]

Σάββατο

ΠΑΙΔΙ/ΦΑΝΑΡΙ

Σε ξέρω καλά:
Με κοζάρεις μέσα απ’ τα φιμέ τζάμια
καθώς σου καθαρίζω το παρμπρίζ.
Μαρσάρεις ανυπόμονα
περιμένοντας το φανάρι
ν’ ανάψει
πράσινο.
Χαϊδεύεις το δέρμα του τιμονιού,
τα μπάσα παίζουν στο τέρμα˙
πίσω απ’ τα μαύρα σου γυαλιά
με κοιτάζεις με βλέμμα περιφρονητικό.

Σε ξέρω καλά:
Δεν αξίζω τίποτα για σένα˙
ούτε καν το μισό ευρώ
που κρατάς ανάμεσα σε δείχτη και μεσαίο.
Ανοίγεις το παράθυρο βιαστικά,
δεν γυρίζεις καν να με κοιτάξεις.

Σε ξέρω καλά˙
μα εσύ δεν ξέρεις
ότι καθώς απλώνω το αριστερό χέρι
ανοιχτό
στο δεξί κρατώ
σφιχτά
ένα μαχαίρι.

[Γκρόζνι]

ΑΥΤΟΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ

Τώρα δα η ευτυχία μού χτύπησε το παράθυρο˙
στο λαιμό φόραγε διαμάντια,
ήταν κορδωτή και ξιπασμένη,
ένα άθροισμα θεαματικής πληρότητας,
μια ατομικότητα.
Τώρα δα η ευτυχία κάθισε λίγο πιο κει˙
μου πρόσφερε τη φρικτή μηχανική της,
τις ηθικές αρετές της, το βαθύ της χτυποκάρδι,
μου εξέθεσε τις απόψεις της για τη ζωή,
μα δεν είπε λέξη για τα εγκλήματά της.
Την αγνόησα, γύρισα πλευρό, τη βλαστήμησα.
Όχι, δε θα γίνω δολοφόνος για χάρη της.

Εγώ κάθε πρωί καταπίνω τον πόνο με κορνφλέικς,
κάθε βράδυ αμφισβητώ τη λογική μου.
Ο Θεός είναι άξιος συμπαραστάτης μου˙
προσεύχεται σε μένα,
τρώει από το σώμα μου,
πίνει από το αίμα μου˙
μερικές φορές κάθεται στα πόδια μου,
του χαϊδεύω τα μαλλιά.

Έγνοιες, συμπόνια, τύψεις δεν σημαίνουν τίποτα για μένα˙
κάθε Κυριακή διαβάζω επικήδειους σε εκκλησίες,
συγνώμη, δεν παίρνω παραγγελίες.
Κάθε φορά που ακούω τη λέξη ειρήνη
κοιμάμαι μ’ ένα όπλο στο προσκεφάλι μου.

Γιάζρα είναι τ’ όνομά μου˙
αγία πουτάνα, μπάσταρδος ποιητής,
κάποιες φορές πολεμιστής, τις περισσότερες δειλός.
Ξέρω ποιος είμαι:
έχω σπιλώσει την τιμή κάθε έντιμης οικογένειας,
έχω βγάλει σέλφι με κάθε εθνοπροδότη,
έχω μαζέψει κατάρες από κάθε καταραμένο ποιητή˙
οι παρομοιώσεις είναι το δυνατό μου σημείο.

Βάλε με μπροστά σε μια μηχανή κι εγώ θα τη σαμποτάρω,
ή στείλε με στον πόλεμο και θα λιποτακτήσω.
Δώσε μου μια πατρίδα κι εγώ θα την προδώσω,
ή θα δολοφονήσω τον τύραννο
και θα διαπομπεύσω τον πρωθυπουργό.
Κλείσε μου εμφανίσεις σε τσίρκο,
ή σε φεστιβάλ λογοτεχνίας˙
βρίσε με, φτύσε με κι εγώ θα σταυρωθώ για χάρη σου.
Μάθε με να διαβάζω τα όνειρα,
δίδαξέ με κολακείες και γαλιφιές,
γιατί σε κάτι πρέπει να χρησιμεύουν κι οι ποιητές.

Γράφω για τους ανέστιους, τους ξυπόλητους, τους πένητες,
τους τελευταίους στη σειρά.
Είμαι μια υπόσχεση που κανείς δε θα κρατήσει.

[Γκρόζνι]

Παρασκευή

Ο ΠΡΩΤΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ Γ.Χ.

Θα ’χω το τέλος μετανάστη απ’ την Τσετσενία˙
θα με βρείτε πεταμένο στα σκουπίδια
με το λαιμό κομμένο και τα χέρια κρύα.
Στην πλατεία θα πουν: Αναπαύτηκε εν πολέμω.
Κι αν διαδώσετε τον λόγο μου στα πέρατα της γης,
εγώ σαν πάνθηρας θα επιστρέψω μια ωραία πρωία.

Θα ’χω το τέλος πόρνης απ’ τη Σενεγάλη˙
θα με βρείτε πεταμένο στον ακάλυπτο
με μια σφαίρα μπάτσου στο κεφάλι.
Στην πλατεία θα πουν: Μακάριοι οι πολεμοποιοί.
Κι αν μου φορτώσετε τις αμαρτίες των ποιητών,
εγώ απ’ τις στάχτες τους θα γεννηθώ και πάλι.


[Γκρόζνι] ........